Και ηλθον σπευσαντες και ανευρον την τε μαριαμ και τον ιωσηφ και το βρεφος κειμενον εν τη φατνη· ιδοντες δε διεγνωρισαν (διαγνωρίζω) περι του ρηματος του λαληθεντος (λαλέω part aor gen) αυτοις περι του παιδιου τουτου και παντες οι ακουσαντες εθαυμασαν περι των λαληθεντων υπο των ποιμενων προς αυτους η δε μαριαμ παντα συνετηρει τα ρηματα ταυτα συμβαλλουσα εν τη καρδια αυτης και επεστρεψαν οι ποιμενες δοξαζοντες και αινουντες τον θεον επι πασιν οις ηκουσαν και ειδον καθως ελαληθη προς αυτους και οτε επλησθησαν ημεραι οκτω του περιτεμειν το παιδιον και εκληθη το ονομα αυτου ιησους το κληθεν υπο του αγγελου προ του συλληφθηναι αυτον εν τη κοιλια και οτε επλησθησαν αι ημεραι του καθαρισμου αυτης κατα τον νομον μωσεως ανηγαγον αυτον εις ιεροσολυμα παραστησαι τω κυριω.
Ed essi andarono affrettandosi e trovarono (ἀνευρίσκω) Maria e Giuseppe e il bambino, che giaceva (κεῖμαι) nella mangiatoia. E dopo averlo visto, riferirono (διαγνωρίζω) sul detto che sul quel bambino era stato detto loro e tutti quelli che udirono, si stupirono delle cose che venivano riferite(λαλέω part aor gen) dai pastori a favore loro; Maria, serbava tutte queste parole meditandole nel suo cuore. E i pastori tornarono indietro (aoristo ὑποστρέφω) glorificando e lodando Dio per tutto quello che avevano udito e visto, com'era stato riferito loro. E quando furono passati gli otto giorni dalla sua circoncisione, gli fu messo nome Gesù, come era stato chiamato dall'angelo συλλαμβάνω prima di essere concepito nel grembo. E Quando venne i giorni della loro purificazione secondo la Legge di Mosè, lo portarono a Gerusalemme per offrirlo al Signore.
(By Vogue)